Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Αστικός κώδικας - Εισαγωγικός νόμος του αστικού κώδικα

Αναγκαστικός Νόμος 2783/1941
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Από την έναρξη ισχύος (εισαγωγή) του Αστικού Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις νόμων ή γενικών ή τοπικών εθίμων, που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ή στις διατάξεις αυτού του νόμου ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται απ' αυτούς.
Άρθρο 2
Δεν επηρεάζεται από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η ισχύς διατάξεων αστικού δικαίου ή ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που στηρίζονται σε διεθνείς συμβάσεις, ούτε διατάξεων για δικαιοστάσια ή ενοικιοστάσια.
Άρθρο 3
Στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 4
Στις περιπτώσεις που οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στα γεγονότα ή στις σχέσεις τις πριν από την εισαγωγή του, δεν επηρεάζονται από την εφαρμογή αυτή όσα έχουν λυθεί τελεσίδικα ή με συμβιβασμό.
Άρθρο 5
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται ειδικότερα:
1. Το Διάταγμα της 23 Φεβρουαρίου / 7 Μαρτίου 1835 <<περί πολιτικού νόμου>>.
2. Ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας και οι νόμοι που τον τροποποιούν.
3. Ο Αστικός Κώδικας της Κρήτης και οι νόμοι που τον τροποποιούν.
4. Τα άρθρα 8 και 9 του νόμου 10 της 26 Μαΐου 1899, που ισχύει στην Κρήτη, για την εισαγωγή δικαστικής νομοθεσίας.
5. Οι διατάξεις που ισχύουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, της Κρητικής <<Δικονομίας επί οικογενειακών και κληρονομικών δικαίων των εν Κρήτη Χριστιανών κλπ.>> της 16 Απριλίου 1880.
6. Ο Αστικός Κώδικας της Σάμου και οι νόμοι που τον τροποποιούν.
7. Τα άρθρα 1 έως 13 και 91 έως 94 του νόμου ΤηΑ' της 29 Οκτωβρίου / 15 Νοεμβρίου 1856.
8. Τα άρθρα 2 έως 3 του νόμου 147 της 5 Ιανουαρίου / 1 Φεβρουαρίου 1914 <<Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας κλπ.>>.
Άρθρο 6
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το άρθρο 4 του νόμου 147 της 5 Ιανουαρίου 1914, ως προς τους Έλληνες ισραηλίτες των θρησκευτικών τους αρχών ή δικαστηρίων για τις υποθέσεις για τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 12 και 13 του νόμου 2456 της 27 Ιουλίου / 2 Αυγούστου 1920 <<περί ισραηλιτικών κοινοτήτων>>, όπως τροποποιήθηκαν από μεταγενέστερους νόμους οι Έλληνες ισραηλίτες διέπονται στο εξής από το κοινό δίκαιο. Οι δίκες όμως που, όταν δημοσιευτεί ο νόμος αυτός εκκρεμούν στις ισραηλιτικές θρησκευτικές αρχές ή δικαστήρια, για υποθέσεις των διατάξεων που καταργούνται, συνεχίζονται ενώπιόν τους σύμφωνα με τις καταργούμενες αυτές διατάξεις.
Άρθρο 7
Καταργούνται από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα:
1. Τα άρθρα 27, 28, 81 έως 88, 410, 411 και 1088 της Πολιτικής Δικονομίας.
2. Το άρθρο 2 εδ. 4 και 5, καθώς και το άρθρο 3 του νόμου 3222 της 28 Αυγούστου 1924 <<περί καταργήσεως Πολιτικής Δικονομίας>>.
3. Τα άρθρα 27, 28, 86 έως 93 και 550 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 8
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το άρθρο 100 του Εμπορικού Νόμου.
Άρθρο 9
Εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές διατάξεις, που κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ισχύουν σχετικά με περιορισμούς για την απόκτηση ή την άσκηση αστικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα από ξένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα.
Καταργείται από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος ΧΠΑ' της 10/12 Αυγούστου 1861 <<περί αναγνωρίσεως των γαλλικών ανωνύμων εταιρειών εν Ελλάδι>> όπως τροποποιήθηκε με το νόμο πΚΑ' της 13/17 Μαρτίου 1881.
Άρθρο 10
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος 292 της 27/29 Σεπτεμβρίου 1914 <<περί αφανείας>>.
Ο κηδεμόνας που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 18 αυτού του νόμου θεωρείται επίτροπος απόντος και ισχύουν γι' αυτόν οι διατάξεις των άρθρων 1701 έως 1704 του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 11
Διαδικασία για την κήρυξη αφάνειας που έχει αρχίσει πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, συνεχίζεται και περατώνεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Το τεκμήριο του άρθρου 38 του Κώδικα δεν έχει εφαρμογή στους θανάτους που συνέβησαν πριν από την εισαγωγή του. Οι θάνατοι αυτοί διέπονται ως προς το σημείο αυτό από το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 12
Καταργούνται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα τα άρθρα 1 έως 11, 24 έως 28, 31, 34 έως 38 του νόμου 281 της 21/25 Ιουνίου 1914 <<περί σωματείων>>, καθώς και οι νόμοι που τροποποίησαν τις διατάξεις αυτές. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του, καθώς και οι ειδικοί νόμοι και οι διατάξεις για κάθε είδους επαγγελματικά και αλληλοβοηθητικά σωματεία, καθώς επίσης και οι νόμοι ή οι διατάξεις για ειδικά νομικά πρόσωπα και ιδίως συνεταιρισμούς και επιμελητήρια. Επίσης εξακολουθεί να ισχύει ο αναγκ. νόμος 2189 του 1940 <<περί σωματείων, των ειδικώς ανεγνωρισμέων ως φιλανθρωπικών κλπ.>>.
[Ο α.ν. 2189/1940 καταργήθηκε με το ν.δ. 1111/1972.]
Άρθρο 13
Τα νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί νόμιμα κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα εξακολουθούν να υπάρχουν σχετικά με την ικανότητα και τη διοίκηση ή λειτουργία εφαρμόζονται σ' αυτά οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 14
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι νόμοι για την πνευματική ιδιοκτησία, για τα συγγραφικά δικαιώματα σε θεατρικά έργα, καθώς και για το δικαίωμα ευρεσιτεχνίας.
Άρθρο 15
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι ειδικοί νόμοι που κατά την εισαγωγή του υπάρχουν για την απαγόρευση εμπράγματων δικαιοπραξιών σε ακίνητα, καθώς και για την επικύρωση ή τη ρύθμιση <<ανώμαλων δικαιοπραξιών>> σε ακίνητα.
Άρθρο 16
Η διάταξη του άρθρου 179 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και στις δικαιοπραξίες που καταρτίστηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Άρθρο 17
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται οι νόμοι ΓΥΛΓ' της 27/30 Νοεμβρίου 1909 <<περί βραχυπροθέσμων παραγράφων>>, ΓΧΞ' της 24/26 Μαρτίου 1910 <<περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεων των περί παραγραφής διατάξεων του ισχύοντος δικαίου>> και ΓπΜΓ' της 2/2 Δεκεμβρίου 1911 <<περί παρατάσεως του χρόνου της διετούς παραγραφής του άρθρου 9 του νόμου ΓΥΛΓ' του έτους 1909 <<περί βραχυπροθέσμων παραγραφών>>, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη αστικού δικαίου σχετική με παραγραφή, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Κώδικα. Εξακολουθούν όμως να ισχύουν οι διατάξεις περί παραγραφής, που αφορούν ειδικά το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία έχει επεκταθεί η εφαρμογή των διατάξεων για την παραγραφή που αφορούν το δημόσιο.
Άρθρο 18
Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την παραγραφή εφαρμόζονται και στις αξιώσεις που έχουν γεννηθεί αλλά δεν έχουν ακόμη παραγραφεί κατά την εισαγωγή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της παραγραφής κρίνεται, ως προς τον πριν από την εισαγωγή του Κώδικα χρόνο, σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει έως τώρα.
Αν ο χρόνος παραγραφής του Κώδικα είναι συντομότερος από αυτόν που προβλέπει το έως τώρα δίκαιο, υπολογίζεται ο συντομότερος, από την εισαγωγή του Κώδικα, και αρχίζει από αυτήν. Στην περίπτωση όμως που ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο που ορίζεται στον Κώδικα, η παραγραφή συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος παραγραφής του έως τώρα δικαίου.
Άρθρο 19
Η διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του.
Άρθρο 20
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι νόμοι για τις οφειλές ή πληρωμές σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα, και γενικά οι νόμοι που αποβλέπουν στην προστασία του εθνικού νομίσματος.
Άρθρο 21
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται:
1. Ο νόμος πΞΕ' της 22/25 Μαΐου 1882 <<περί τόκου υπερημερίας>>, όπως έχει τροποποιηθεί.
2. Τα νομοθετικά διατάγματα της 4/9 Σεπτεμβρίου 1925 και της 11/17 Αυγούστου 1926 περί τόκου, που επικυρώθηκαν με το νόμο 3849 της 4/6 Φεβρουαρίου 1929, καθώς και το άρθρο 2 του ίδιου νόμου.
3. Ο νόμος 5108 της 10 Ιανουαρίου / 16 Ιουλίου 1931 <<περί τροποποιήσεως των περί νομίμου και συμβατικού τόκου διατάξεων>>.
Άρθρο 22
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται το άρθρο 1 του ν. ΓΩΛΖ' της 23/25 Ιουλίου 1911 <<περί συμβατικού τόκου, τοκογλυφίας κλπ.>> το άρθρο 3 του νόμου αυτού αντικαθίσταται ως εξής: <<Κάθε φορά που ο ισχυρισμός για τοκογλυφία ή αισχροκέρδεια δεν αποδεικνύεται με έγγραφο ή με όρκο που επάγεται αντί για κάθε άλλη απόδειξη, το δικαστήριο μπορεί να παραπέμψει τον ισχυρισμό αυτό σε ιδιαίτερη συζήτηση, οπότε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 729 εδ. γ' της Πολιτικής Δικονομίας, όπως έχουν τροποποιηθεί. Για να αποδειχθεί ο ισχυρισμός για τοκογλυφία ή αισχροκέρδεια επιτρέπονται και μάρτυρες>>.
Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Κώδικα οι διατάξεις του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκαν από μεταγενέστερους νόμους.
Άρθρο 23
Εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος 677 του 1937 για τα αγροτικά χρέη, και ειδικά το άρθρο 14 του νόμου αυτού για το ποσοστό του τόκου, όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε ή ερμηνεύτηκε αυθεντικά.
Άρθρο 24
Ενοχές από οποιοδήποτε λόγο, που τα παραγωγικά τους αίτια συντελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπονται και μετά την εισαγωγή του από το έως τώρα δίκαιο, ιδίως ως προς τη γένεση, το περιεχόμενο, την έκταση, την ενέργεια και τα αποτελέσματα, την υπερημερία του οφειλέτη ή του δανειστή, το δικαίωμα υπαναχώρησης, την επίδραση στη σύμβαση της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, την αδυναμία παροχής, το πταίσμα και τα αποδεικτικά μέσα.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις ενοχές από δικαιοπραξία υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία της οποίας η πλήρωση επέρχεται μετά την εισαγωγή του Αστικού κώδικα.
Άρθρο 25
Γεγονότα αποσβεστικά των ενοχών του προηγούμενου άρθρου, αν συντελέστηκαν μετά την εισαγωγή του Κώδικα, διέπονται από τις διατάξεις του. Το ίδιο εφαρμόζεται και για την εκχώρηση τέτοιων ενοχών ή την αναδοχή χρέους από τέτοιες ενοχές.
Αποσβεστικός λόγος της ενοχής, ειδικά οριζόμενος στη δικαιοπραξία, διέπεται από το έως τώρα δίκαιο, και αν ακόμη τα γεγονότα του συντελέστηκαν μετά την εισαγωγή ισχύ του νέου δικαίου.
Άρθρο 26
Η διάταξη του άρθρου 409 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και στις συμβάσεις που καταρτίστηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Άρθρο 27
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις νεοτέρων ειδικών νόμων, που απαγορεύουν ή περιορίζουν ή κατ' εξαίρεση επιτρέπουν την εκχώρηση απαιτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και απαιτήσεις μισθών, ημερομισθίων, συντάξεων, μερισμάτων ή κάθε είδους βοηθημάτων δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή ιδιωτικών υπαλλήλων.
Άρθρο 28
Η διάταξη του άρθρου 464 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και στις εκχωρήσεις που έγιναν πριν από την εισαγωγή του.


Άρθρο 29
Στις περιπτώσεις όπου στη νομοθεσία που ισχύει ή σε δικαιοπραξίες απαντά ο όρος <<συνενοχή>> ή <<αλληλέγγυα ενοχή>>,από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα νοείται, για τις έννομες σχέσεις που διέπονται από αυτόν, η ενοχή εις ολόκληρον του Κώδικα.
Άρθρο 30
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται, για τις έννομες σχέσεις που διέπονται από αυτόν, το άρθρο 867 εδ. 5 της Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 31
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται η διάταξη του άρθρου 45 του νόμου περί χαρτοσήμου.
Άρθρο 32
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις νεοτέρων ειδικών νόμων που απαγορεύουν ή περιορίζουν τις δωρεές.
Άρθρο 33
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα νεότεροι ειδικοί νόμοι που ορίζουν ιδιαίτερο τύπο ή ιδιαίτερους όρους και περιορισμούς για την πώληση ορισμένων ειδών.
Άρθρο 34
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διατάξεις νεότερων ειδικών νόμων για τη μίσθωση πραγμάτων ορισμένης κατηγορίας ή για ορισμένη χρήση.
Άρθρο 35
Καταργούνται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα:
1. Τα εδάφια 4 και 6 του άρθρου 941 της Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και το εδάφιο 2 του άρθρου 1034, εφόσον αναφέρεται σ' αυτά.
2. Το εδάφιο β' του άρθρου 381 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας του 1880, καθώς και το εδ. 2 του άρθρου 781 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον αναφέρεται σ' αυτό.
Άρθρο 36
Η μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σιωπηρή ανανέωση προϋπάρχουσας μίσθωσης πράγματος ή σύμβασης εργασίας, καθώς και η αναμίσθωση που γίνεται μ' αυτό τον τρόπο, διέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 37
Σε μίσθωση ακινήτου που συμφωνήθηκε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η εκποίηση του ακινήτου ή η επιβάρυνσή του με εμπράγματο δικαίωμα μετά την εισαγωγή του Κώδικα διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 614 έως 617, διατηρούνται όμως τα λοιπά δικαιώματα του μισθωτή από το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 38
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αφορούν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καταγγελία συμβάσεων εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων, εργατών, υπηρετών, τεχνιτών, την πληρωμή ή τις κρατήσεις μισθών και ημερομισθίων τους, τις ώρες και τα χρονικά όρια εργασίας, την ανάπαυση της Κυριακής, τα εργατικά ατυχήματα, την ασφάλεια και την υγιεινή των εργαζομένων, τη θέση τους σε περίπτωση επιστράτευσης, ή άλλοι ειδικοί νόμοι που αφορούν τη σύμβαση εργασίας.
Οι διατάξεις των άρθρων 588, 610, 660 έως 664, 670 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και στις συμβάσεις εργασίας που συνομολογήθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Άρθρο 39
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του για την εκτέλεση δημόσιων, λιμενικών, δημοτικών ή κοινοτικών έργων.
Άρθρο 40
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι νόμοι 3505 της 24 Απριλίου / 2 Μαΐου 1928, 4487 της 5/10 Μαρτίου 1930 και 5717 της 21/29 Σεπτεμβρίου 1932 περί μεσιτών, όπως τροποποιήθηκαν από μεταγενέστερους νόμους, καθώς και οι ειδικές διατάξεις για τη χρηματιστηριακή μεσιτεία, και ο νόμος 5227 της 26 Ιουλίου / 26 Αυγούστου 1931 <<περί μεσαζόντων>>.
Η διάταξη του άρθρου 707 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και στις συμβάσεις μεσιτείες, που συνομολογήθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Άρθρο 41
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται τα άρθρα 15, 16, 19 έως 75 του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου / 13 Αυγούστου 1923 <<περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών>>, που εξακολουθεί να ισχύει κατά τα λοιπά.
Καταργείται το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος της 28 Απριλίου / 7 Μαΐου 1923 <<περί μεταρρυθμίσεως διατάξεων περί εταιριών>>, όπως τροποποιήθηκε με τον αναγκαστικό νόμο 2612 του 1940.
Η ισχύς των διατάξεων του νόμου <<περί ανώνυμων εταιριών>>, που αφορούν τις ανώνυμες μετοχές δεν επηρεάζεται από την εισαγωγή του Κώδικα.
Άρθρο 42
Η διάταξη του άρθρου 766 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζεται και στις εταιρίες που έχουν συσταθεί πριν από την εισαγωγή του.
Άρθρο 43
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις του εφαρμόζονται και στην κοινωνία κατά ιδανικά μέρη, η οποία υπάρχει κατά την εισαγωγή του.
Άρθρο 44
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται τα άρθρα 1 έως 4 του νόμου 5205 της 23/28 Ιουλίου 1931 <<περί ευθύνης και προστασίας των ξενοδόχων>>.
Άρθρο 45
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις των άρθρων 894 έως 896, 898 και 900 εδ. α' εφαρμόζονται και στα ανώνυμα χρεόγραφα που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του. Η παραγραφή όμως των απαιτήσεων από τέτοια χρεόγραφα διέπεται από το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 46
Η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 895 του Αστικού Κώδικα θα κανονιστεί με ειδικό νόμο.
Άρθρο 47
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα νεότεροι ειδικοί νόμοι ή διατάξεις που καθιερώνουν ευθύνη για αποζημίωση εξαιτίας πράξεων ή παραλείψεων ή που κανονίζουν ιδιαίτερο τρόπο ή ιδιαίτερους όρους για την αποζημίωση.
Άρθρο 48
Καταργούνται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα τα άρθρα 1 και 2 του νόμου 1699 της 24 Δεκεμβρίου 1918/12 Ιανουαρίου 1919 <<περί ικανοποιήσεως του αδικηθέντος κλπ.>> ως προς τις κολάσιμες πράξεις που διαπράττονται μετά την εισαγωγή του.
Άρθρο 49
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος <<περί διακρίσεως κτημάτων>> της 21 Ιουνίου / 10 Ιουλίου 1837, καθώς και ο νόμος 1339 της 18/28 Απριλίου 1918 <<περί ευρέσεως απολωλότων>>.
Άρθρο 50
Η νομή, η οιονεί ή η κατοχή που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπεται στο εξής, ως προς τα μετέπειτα έννομα αποτελέσματα, ή την προσβολή και προστασία της νομής ή οιονεί νομής ή κατοχής από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 51
Η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Άρθρο 52
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι νεότεροι ειδικοί νόμοι που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του σχετικά με τον τρόπο που μεταβιβάζεται η κυριότητα ορισμένης κατηγορίας κινητών.
Άρθρο 53
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι ειδικοί νόμοι που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του σχετικά με τη διοίκηση και προστασία γενικά των δημόσιων ή εκκλησιαστικών ή μοναστηριακών κτημάτων.
Άρθρο 54
Εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος 3741 της 4/9 Ιανουαρίου 1929 <<περί ιδιοκτησίας κατ' όροφον>>.
Άρθρο 55
Το δικαίωμα κυριότητας, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή του από τις διατάξεις του Κώδικα. Το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου.
Άρθρο 56
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι νόμοι που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του για τα ιαματικά νερά, τα μεταλλεία, τα ορυχεία και λατομεία, οι νόμοι για την αναγκαστική απαλλοτρίωση, καθώς και οι περιορισμοί της κυριότητας από ειδικούς νόμους ή διατάξεις. Επίσης δεν επηρεάζεται η ισχύς διατάξεων αστικού δικαίου, που περιλαμβάνονται στο νόμο <<περί σχεδίου πόλεων και κωμών>>, στο γενικό οικοδομικό κανονισμό, στην αγροτική και δασική νομοθεσία, στη νομοθεσία για την διανομή γαιών και την αποκατάσταση ακτημόνων ή αγροτών ή κτηνοτρόφων.
Καταργείται με την εισαγωγή του Κώδικα το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος της 17/20 Ιουλίου 1923 <<περί εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως των ρεόντων υδάτων>>.
Άρθρο 57
Τα εμπράγματα δικαιώματα σε ξένο πράγμα ή δικαίωμα, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ισχύουν και στο εξής, και διέπονται, ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή τους από το έως τώρα δίκαιο. Οι πραγματικές όμως δουλείες, που υπάρχουν πάνω σε ακίνητα διέπονται, από την εισαγωγή του Κώδικα, από τις διατάξεις του.
Άρθρο 58
Το εμπράγματο δικαίωμα εμφύτευσης σε ξένο έδαφος, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διατηρείται και εξακολουθεί να διέπεται από το έως τώρα δίκαιο, ή από τις ειδικές σχετικά μ' αυτό διατάξεις που ισχύουν έως τώρα.
Άρθρο 59
Εμπράγματα δικαιώματα επιφάνειας ή χωριστής κυριότητας, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα σε φυτεία ή δέντρα ή οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις ειδικές σχετικές διατάξεις που ισχύουν έως τώρα.
Άρθρο 60
Αν στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων δεν παρέχεται ή δεν παρέχεται πια από ειδικούς νόμους στον κύριοι του εδάφους ή στο δικαιούχο της χωριστής κυριότητας ή του εμπράγματου δικαιώματος στο έδαφος, δικαίωμα εξαγοράς, καθένα από τα δύο μέρη έχει δικαίωμα, από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει την εξαγορά των δικαιωμάτων του άλλου, πληρώνοντας την αξία τους κατά το χρόνο της εξαγοράς. Η εξαγορά χαρακτηρίζεται ως δημόσια ανάγκη.
Αν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι εξ αδιαιρέτου, η αίτηση για την εξαγορά μπορεί, αν αρνούνται οι άλλοι, να υποβληθεί και από τον έναν μόνο, αν αυτός προσφέρεται να πληρώσει ολόκληρο το τίμημα της εξαγοράς. Στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζεται με την απόφαση ότι η εξαγορά έγινε υπέρ όλων των δικαιούχων εξ αδιαιρέτου. Εκείνος που πλήρωσε έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τους λοιπούς την αναλογία τους στο τίμημα και στα έξοδα, με τον τόκο από τότε που πλήρωσε, και έχει από το νόμο τίτλο για να εγγράψει υποθήκη σε κάθε ακίνητο των υποχρέων
Άρθρο 61
Η κατά το προηγούμενο άρθρο αίτηση εξαγοράς δικάζεται οριστικά από τον πρόεδρο των πρωτοδικών της τοποθεσίας του ακινήτου, που κρίνει εκ των ενόντων, κατά τη διαδικασία των άρθρων 634 επ. της Πολιτικής Δικονομίας και μπορεί να διατάξει και πραγματογνωμοσύνη. Ο πρόεδρος αποφασίζει, όταν υπάρχουν αιτήσεις και από τα δύο μέρη, αν θα προτιμηθεί για την εξαγορά ο κύριος του εδάφους ή ο δικαιούχος της φυτείας, των δέντρων ή της οικοδομής, καθώς και για το τίμημα της εξαγοράς. Έφεση κατά των αποφάσεων αυτών μπορεί να ασκηθεί, ανεξάρτητα από ποσόν, στο πρόεδρο εφετών της τοποθεσίας του ακινήτου, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την κοινοποίηση. Ο πρόεδρος εφετών δικάζει σύμφωνα με την ίδια διαδικασία και μπορεί να εξετάσει και νέους μάρτυρες.
Άρθρο 62
Ο πρόεδρος των πρωτοδικών, με την απόφαση που προσδιορίζει το τίμημα, τάσσει προθεσμία και για την κατάθεσή του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η προθεσμία αυτή, όχι μεγαλύτερη από έξι μήνες, αρχίζει αφότου γίνει τελεσίδικη, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, η απόφαση που προσδιορίζει το τίμημα.
Αν το τίμημα κατατεθεί εμπρόθεσμα, ο πρόεδρος εκδίδει απόφαση που δέχεται την αίτηση και επιδικάζει σε εκείνον που εξαγοράζει την πλήρη κυριότητα του εδάφους και της φυτείας ή των δέντρων ή της οικοδομής. Η απόφαση αυτή, ανεξάρτητα από ποσόν, προσβάλλεται με έφεση στον πρόεδρο εφετών της τοποθεσίας του ακινήτου μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση. Ο πρόεδρος εφετών δικάζει κατά την ίδια διαδικασία.
Εκείνος στον οποίο επιδικάστηκε η κυριότητα, την αποκτά αφότου μεταγραφεί η απόφαση μετά την τελεσιδικία της. Τυχόν δικαιώματα τρίτων στο δικαίωμα που εξαγοράζεται, εκτός από την υποθήκη, διατηρούνται. Η υποθήκη που τυχόν υπάρχει στο δικαίωμα που εξαγοράζεται αποσβήνεται και μετατρέπεται σε προσωπική αξίωση για το τίμημα που κατατέθηκε. Υποθήκη που υπάρχει στο δικαίωμα εκείνου που εξαγοράζει διατηρείται και ισχύει στο εξής σε ολόκληρο το νέο ενιαίο ακίνητο.
Οι αποφάσεις του προέδρου εφετών, στην περίπτωση αυτού και του προηγούμενου άρθρου, δεν υπόκειται σε κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο.
(Αντί <<πρόέδρος των πρωτοδικών>> εννοείται το ΜΠρ και αντί <<πρόεδρος εφετών>> εννοείται <<Εφετείο>>)
Άρθρο 63
Αν δεν κατατεθεί εμπρόθεσμα το τίμημα, η απόφαση του προέδρου χάνει την ισχύ της. Νέα αίτηση εξαγοράς από εκείνον που δεν κατέθεσε το τίμημα ή από τους κληρονόμους του, μπορεί να υποβληθεί μόνο αφού περάσουν δύο χρόνια από την πάροδο της προθεσμίας για την κατάθεση του τιμήματος. Μέσα στο διάστημα αυτό το άλλο μέρος μπορεί να ζητήσει την εξαγορά, με την ίδια διαδικασία εφόσον εκκρεμεί η αίτησή του, δεν εισάγεται η νέα αίτηση εξαγοράς του πρώτου.
Άρθρο 64
Οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη χρησικτησία της κυριότητας ή των δουλειών εφαρμόζονται από την εισαγωγή του και στη χρησικτησία που είχε αρχίσει προηγουμένως, εφόσον δεν είχε συμπληρωθεί όταν άρχισε η εφαρμογή του. Η έναρξη όμως, η αναστολή και η διακοπή της χρησικτησίας κρίνεται, ως προς το χρόνο πριν από την εισαγωγή του Κώδικα, σύμφωνα με το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 65
Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου ο χρόνος χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα είναι συντομότερος από το χρόνο του έως τώρα δικαίου, από την εισαγωγή του Κώδικα υπολογίζεται ο συντομότερος και αρχίζει από την εισαγωγή του. Σε περίπτωση όμως που ο χρόνος χρησικτησίας του έως τώρα δικαίου συμπληρώνεται νωρίτερα από το συντομότερο χρόνο του Κώδικα, η χρησικτησία συμπληρώνεται μόλις περάσει ο χρόνος του έως τώρα δικαίου.
Άρθρο 66
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται ο Νόμος "Τη της 29 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου 1856 <<περί άλλων επ' αυτών πραγματικών δικαιωμάτων>>, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και ο νόμος της 11/12 Αυγούστου 1836 <<περί των υποθηκών>>, όπως τροποποιήθηκε. Τα διατάγματα όμως που ήδη ισχύουν για την εκτέλεση των νόμων αυτών διατηρούνται και στο εξής ως εκτελεστικά διατάγματα των αντίστοιχων διατάξεων του Κώδικα, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις αυτές. τα διατάγματα αυτά μπορούν να τροποποιούνται και να συμπληρώνονται με διατάγματα για την εκτέλεση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα.
Εξακολουθούν επίσης να ισχύουν οι νόμοι και τα διατάγματα που αφορούν τη σύσταση βιβλίων μεταγραφών και υποθηκών, καθώς και την οργάνωση, τη λειτουργία και τη διεύθυνση μεταγραφοφυλακείων, ή υποθηκοφυλακείων, και ο νόμος 2431 της 29 Ιουνίου / 13 Ιουλίου 1920 <<περί ανανεώσεως των βιβλίων υποθηκών και άλλων τινων συναφών διατάξεων>>, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 67
Στην Κρήτη και στη Σάμο εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ως εκτελεστικά των αντίστοιχων διατάξεών του, τα εγχώρια διατάγματα που υπάρχουν για την εκτέλεση της νομοθεσίας περί μεταγραφής και υποθηκών, καθώς και οι νόμοι και τα διατάγματα που υπάρχουν για τη σύσταση βιβλίων μεταγραφών και υποθηκών, καθώς και για την οργάνωση, τη λειτουργία και τη διεύθυνση μεταγραφοφυλακείων και υποθηκοφυλακείων, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του Κώδικα. Τα διατάγματα αυτά μπορούν να τροποποιούνται ή να συμπληρώνονται με διατάγματα για την εκτέλεση των διατάξεων του Κώδικα.
Άρθρο 68
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι ειδικοί νόμοι ή οι ειδικές διατάξεις για την υποθήκη ή για το γενικό ή τον ειδικό τίτλο υποθήκης, ιδίως ο νόμος 4112 της 20 Μαρτίου / 1 Απριλίου 1929 <<περί συστάσεως υποθήκης επί μηχανικών ή άλλων εγκαταστάσεων>>, ο Νόμος 3743 της 4/9 Ιανουαρίου 1929 <<περί των εις την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν παραχωρουμένων υποθηκών επί ακινήτων εν ταις Νέαις Χώραις>>, και ο νόμος 4031 της 2/5 Μαρτίου 1929 <<περί των εις την Εθνικήν Κτηματικήν Τράπεζαν παραχωρουμένων υποθηκών επί ακινήτων εν Περαχώρα, Λουτρακίω και Μπισίοις>>.
Άρθρο 69
Εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το άρθρο 956 της Πολιτικής Δικονομίας του 1880, εφόσον δεν αντιβαίνουν στα άρθρα 1294 και 1295 του Κώδικα.
Άρθρο 70
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο Νόμος της 1/6 Δεκεμβρίου 1836 <<περί ενεχύρου>>, όπως τροποποιήθηκε. Διατηρούνται όμως οι ειδικοί νόμοι ή οι διατάξεις για το ενέχυρο και ιδίως για το γεωργικό ενεχυρόγραφο, για το ενέχυρο καπνού, για τα ενεχυροδανειστήρια και τα ενεχυρόγραφα του Νόμου ΒΥΙΗ' της 13 Απριλίου 1896 <<περί Γενικών Αποθηκών>>.
Άρθρο 71
Με ιδιαίτερο νόμο θα καθοριστούν τα σχετικά με το ειδικό δημόσιο βιβλίο που προβλέπει το άρθρο 1214 του Κώδικα.
Άρθρο 72
Η γνωστοποίηση με τον καθημερινό τύπο, που προβλέπει το άρθρο 1369 παρ. 2 του Αστικού Κώδικα, γίνεται στις πόλεις Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βόλο, Χανιά, Καλαμάτα, καθώς και σε άλλες πόλεις που θα οριστούν με διάταγμα.
Με προεδρικά διατάγματα θα οριστούν οι λεπτομέρειες της τέλεσης του γάμου, το περιεχόμενο της πράξης που θα συντάσσεται μετά την τέλεσή του, καθώς και οι λεπτομέρειες σχετικά με τη χορήγηση άδειας γάμου.
Άρθρο 73
Εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα το άρθρο 9 του Νόμου 2450 της 24 Ιουλίου / 12 Αυγούστου 1920 <<περί μέτρων προς περιστολήν της λέπρας>> και το άρθρο 4 του αναγκαστικού νόμου 651 της 25/27 Απριλίου 1937 <<περί καταπολεμήσεως του τραχώματος και της κληρονομικής συφιλίδος>>.
Άρθρο 74
Οι γάμοι που έχουν τελεστεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνονται, ως προς το κύρος τους και ως προς τα αποτελέσματα της ακύρωσής τους σύμφωνα με το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 75
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται ο Νόμος ΝηΣτ' της 15/23 Οκτωβρίου 1861 <<περί μικτών γάμων>>.
Οι μικτοί γάμοι που έχουν τελεσθεί έως τη δημοσίευση του Αστικού Κώδικα από ιερέα της ρωμαϊκής καθολικής εκκλησίας θεωρούνται έγκυροι εφόσον δεν έχει εκδοθεί έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού αμετάκλητη ακυρωτική απόφαση.
Άρθρο 76
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων από το γάμο κρίνονται, και για τους γάμους που τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 77
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται:
1. Ο Νόμος 1340 της 18/27 Απριλίου 1918 <<περί εκποιήσεως των προικώων ακινήτων κλπ.>>, καθώς και ο νόμος 6345 της 15/18 Οκτωβρίου 1934 που τον συμπλήρωσε.
2. Ο νόμος 3237 της 8/10 Δεκεμβρίου 1924 <<περί της διεκδικήσεως διατετιμένων προικώων ακινήτων μετά την λύσιν του γάμου>>.
Άρθρο 78
Σε περίπτωση γάμου που τελέστηκε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και τα σχετικά με την προίκα κρίνονται κατά το έως τώρα δίκαιο. Η προίκα όμως που συνιστάται μετά την εισαγωγή του Κώδικα διέπεται από τις διατάξεις του.
Η διάταξη του άρθρου 1399 εφαρμόζεται και σε γάμο που έχει τελεσθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 79
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι λόγοι του διαζυγίου και τα αποτελέσματά του κρίνονται και για τους γάμους που τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του σύμφωνα με τις διατάξεις του.
Άρθρο 80
Εκκρεμείς δίκες διαζυγίου, στις οποίες δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση έως την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται, ως προς τους λόγους διαζυγίου, κατά το δίκαιο που ίσχυε κατά την έγερση της αγωγής και ως προς τα αποτελέσματα του διαζυγίου κατά τις διατάξεις του Κώδικα.
Στην Κρήτη οι δίκες περί διαζυγίων, που εκκρεμούν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, εξακολουθούν να διέπονται έως το τέλος, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς την αρμοδιότητα, από το δίκαιο που ισχύει εκεί έως τώρα. Το ίδιο ισχύει και για τις δίκες περί διαζυγίου, που εκκρεμούν στην Κρήτη, για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, αλλά χρειάζεται, κατά το έως τώρα δίκαιο, και άλλη διαδικασία στον επίσκοπο. Τα αποτελέσματα όμως του διαζυγίου κρίνονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 81
Για τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και που αποτελούν κατά τις διατάξεις του λόγο διαζυγίου μπορεί να ζητηθεί διαζύγιο. Στις περιπτώσεις των άρθρων 1441, 1443, 1445 του Κώδικα συνυπολογίζεται και ο χρόνος που πέρασε πριν από την εισαγωγή του. Στην περίπτωση του άρθρου 1445 δεν χρειάζεται να περάσει έτος αφότου δημοσιεύτηκε η απόφαση που κήρυξε την αφάνεια.
Άρθρο 82
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται ο νόμος 2228 της 24 Ιουνίου / 2 Ιουλίου 1920 <<περί διαζυγίου>> και τα άρθρα 51 και 53 έως 59 του Κρητικού νόμου 276 της 20 Δεκεμβρίου 1900 <<περί καταστατικού νόμου της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας>>.
Άρθρο 83
Από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η συγγένεια κρίνεται κατά τις διατάξεις του. Στις περιπτώσεις που, κατά τη νομοθεσία που ισχύει, συνδέονται με τη συγγένεια ορισμένες συνέπειες, εφαρμόζονται οι σχετικές με τη συγγένεια διατάξεις του Κώδικα.
Άρθρο 84
Η γνησιότητα του τέκνου, που γεννήθηκε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνεται, κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν γεννήθηκε.
Άρθρο 85
Προκειμένου για τέκνα που γεννήθηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, η σχέση τους με τους γονείς και τα σχετικά με την πατρική εξουσία, καθώς και τα αποτελέσματά τους, κρίνονται κατά τις διατάξεις του Κώδικα. Αυτό ισχύει ιδίως για την αμοιβαία υποχρέωση διατροφής, τη συναίνεση του γονέα σε γάμο ή σε υιοθεσία του τέκνου, την υποχρέωση του γονέα να προικίσει τη θυγατέρα του, εφόσον ο γάμος γίνεται μετά την εισαγωγή του Κώδικα, την πατρική διοίκηση και την επικαρπία στην περιουσία του τέκνου, έστω και αν η περιουσία αποκτήθηκε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα.


Άρθρο 86
Αν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση διαζυγίου, τα σχετικά με την επιμέλεια των κοινών τέκνων των διαζευγμένων διέπονται από το έως τώρα δίκαιο. Η διάταξη όμως του άρθρου 1524 του Κώδικα εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Άρθρο 87
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται το νομοθετικό διάταγμα της 14/17 Ιουλίου 1926 <<περί καταστάσεως εξωγάμων τέκνων>>.
Τα εξώγαμα τέκνα, που γεννήθηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπονται, ως προς τη σχέση τους με τη μητέρα και το γεννήτορα, και ιδίως ως προς την αξίωση να αναγνωρίσει η πατρότητα και ως προς τα αποτελέσματά της, από το έως τώρα δίκαιο.
Για τα εξώγαμα αυτά τέκνα η σχέση της μητέρας με το γεννήτορα κρίνεται επίσης κατά το έως τώρα δίκαιο.
Άρθρο 88
Η αναγνώριση ή η νομιμοποίηση τέκνου και η υιοθεσία που έγινε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπονται, ως προς το κύρος τους και τα έννομα αποτελέσματα, από το έως τώρα δίκαιο.
Η δικαστική νομιμοποίηση τέκνου μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, στην περίπτωση του άρθρου 1564, μπορεί να γίνει και με βάση διαθήκη ή δημόσιο έγγραφο προγενέστερο από την εισαγωγή του Κώδικα.
Άρθρο 89
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται ο νόμος ΧΠΘ' της 17/23 Αυγούστου 1861 <<περί ανηλίκων, επιτροπείας, χειραφεσίας και κηδεμονίας αυτών>>, όπως τροποποιήθηκε.
Άρθρο 90
Η επιτροπεία, η κηδεμονία και η δικαστική αντίληψη, που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπονται στο εξής από τις διατάξεις του Κώδικα και διεξάγονται σύμφωνα με αυτές. Ο επίτροπος, ο αντιλήπτορας, που υπάρχει κατά την εισαγωγή του Κώδικα, διατηρεί αυτή την ιδιότητα.
Άρθρο 91
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται το άρθρο 23 αριθ. 6 και 7, καθώς και τα άρθρα 25 και 26 του Ποινικού Νόμου, και το άρθρο 25 του νόμου ΓπΜΔ' της 2 Δεκεμβρίου 1911/5 Ιανουαρίου 1912 <<περί φυγοδικίας>>.
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Κώδικα οι διατάξεις του νόμου ΨΜΒ' του 1862 για τον προσωρινό διαχειριστή.
Άρθρο 92
Οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο. Οι διατάξεις όμως για τον κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας και τους εκτελεστές διαθήκης εφαρμόζονται από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα και στις προηγούμενες αποβιώσεις. Οι κηδεμόνες ή οι εκτελεστές που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του Κώδικα συνεχίζουν το λειτούργημά τους.
Άρθρο 93
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται και για το παρελθόν όλες οι ιδιωτικές ποινές ή οι περιουσιακές απώλειες και στερήσεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου από τη δευτερογαμία ή από την παράβαση του πένθιμου ενιαυτού, που ίσχυαν έως την εισαγωγή του Κώδικα, καθώς και οι επακόλουθες ανικανότητες και οι περιορισμοί για την κτήση ή τη διάθεση. Περιουσιακές όμως απώλειες που είχαν ήδη επέλθει κατά την εισαγωγή του Κώδικα, επειδή είχε μεσολαβήσει δεύτερος γάμος ή παράβαση του πένθιμου ενιαυτού, δεν αναιρούνται.
Άρθρο 94
Η σύνταξη ή η ανάκληση διάταξης τελευταίας βούλησης πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα διέπεται, ως προς τον τύπο και την ικανότητα του διαθέτη, από το έως τώρα δίκαιο, και αν ακόμη ο διαθέτης πέθανε μετά την εισαγωγή του Κώδικα.
Άρθρο 95
Οι διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 2 και 2009 του Αστικού Κώδικα εφαρμόζονται και σε καταπίστευμα ή κληροδότημα που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα. Σε κάθε όμως περίπτωση μένουν έγκυρα τα καταπιστεύματα ή τα κληροδοτήματα υπέρ κοινωφελούς σκοπού ή υπέρ προσώπων που κατά την εισαγωγή του Κώδικα έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή.
Οι διατάξεις των άρθρων 1929,1930 και 2010 εφαρμόζονται και σε οικογενειακό καταπίστευμα ή κληροδότημα που διατάχθηκε από διαθέτη που πέθανε πριν από την εισαγωγή του Κώδικα. Πέρα από τα πρόσωπα της οικογένειας που αναφέρονται στα άρθρα αυτά, το καταπίστευμα ή το κληροδότημα αυτό ισχύει για τα πρόσωπα που αναφέρονται στη Νεαρά 159 κεφ. 3 του Ιουστινιανού, μόνο αν τα πρόσωπα αυτά έχουν γεννηθεί και βρίσκονται στη ζωή κατά την εισαγωγή του Κώδικα.
Άρθρο 96
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργείται ο νόμος ΓΨΠ' της 14/18 Μαΐου 1911 <<περί διαθηκών>>. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν για την εκτέλεσή του διατηρούνται και ισχύουν ως εκτελεστικά των αντίστοιχων διατάξεων του Κώδικα, εφόσον δεν αντιβαίνουν σ' αυτές. τα διατάγματα αυτά μπορούν να τροποποιηθούν ή να συμπληρωθούν με διατάγματα για την εκτέλεση των σχετικών διατάξεων του Κώδικα.
Καταργείται επίσης με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος 2310 της 26 Ιουνίου / 3 Ιουλίου 1920 <<περί της εξ αδιαθέτου διαδοχής>>, ο νόμος 2230 της 24/29 Ιουνίου 1920 <<περί καταργήσεως του Φαλκιδίου νόμου κλπ.>> και οι νόμοι που τον τροποποιούν και τον ερμηνεύουν.
Άρθρο 97
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται, ως προς τις μεταγενέστερες αποβιώσεις, το άρθρο 358 του Ποινικού Νόμου, καθώς και η κληρονομική ανικανότητα του ένοχου γονέα, που αναγράφεται στο άρθρο 281 του Ποινικού Νόμου.
Άρθρο 98
Με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργούνται, ως προς τις μεταγενέστερες αποβιώσεις, τα άρθρα 553 εδ. 5, 560, 582 εδ. 5, 756 εδ. 3, 791 εδ. 5, 817 εδ. 2 και 1074 έως 1079 της Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και τα αντίστοιχα άρθρα 475 εδ. 5, 479, 817 έως 820 της Κρητικής Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 99
Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα οι διατάξεις που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του για την κληρονομία κληρικών και μοναχών.
Άρθρο 100
Καταργείται με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο νόμος 1337 της 20 Απριλίου / 13 Σεπτεμβρίου 1918 <<περί του εξ αδιάθετου κληρονομικού δικαιώματος του Κράτους κλπ.>> και το εκτελεστικό του Β.Δ. της 7/19 Σεπτεμβρίου 1918.
Άρθρο 101
Εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα ο αν, νόμος 2039 της 19/24 Οκτωβρίου 1939 <<περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών>>.

Άρθρο 102
Το άρθρο αυτό είναι πλέον χωρίς αντικείμενο.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 103
Ο νόμος αρχίζει να ισχύει δέκα ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 104
Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.
Άρθρο 105
Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.
Άρθρο 106
Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους.
Άρθρο 107
Όσοι διοικούν σωματεία πρέπει να είναι Έλληνες πολίτες.
Προκειμένου για σωματείο στο οποίο, εξαιτίας του σκοπού του, μετέχουν αναγκαστικά και αλλοδαποί, μπορεί να επιτραπεί, με διάταγμα που υπόκειται σε ανάκληση, η συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο και αλλοδαπών σε ίσο αριθμό με τους Έλληνες.
Άρθρο 108
Προκειμένου για αλληλοβοηθητικά ή επαγγελματικά σωματεία το μέλος μπορεί, για την πληρωμή της εισφοράς του, να ενάγεται από το σωματείο κατά τη διαδικασία του νόμου ΓπΟΔ' της 31 Δεκεμβρίου 1911 / 3 Ιανουαρίου 1912 <<περί εκδικάσεως των μεταξύ εργατών και εργοδοτών διαφορών κλπ.>>. Το σωματείο σ' αυτή τη διαδικασία έχει θέση εργάτη.
Κατά τη διαδικασία αυτή ενάγεται το ίδιο σωματείο από το μέλος, για αξίωση χρηματικής ή άλλης παροχής. Το σωματείο έχει τότε θέση εργοδότη.
[Το άρθρο καταργήθηκε με τα άρθρ. 1 και 37 ΕισΝΚΠολΔ.)
Άρθρο 109
Με διάταγμα, ύστερα από πρόταση των υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών κι Εθνικής Οικονομίας, ορίζεται κάθε φορά το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας. Με όμοιο διάταγμα μπορεί να ορίζεται το ανώτατο κάθε φορά ποσοστό τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία. Προκειμένου για οφειλή από δικαιοπραξία, ο συμφωνημένος με αυτή θεμιτός τόκος ισχύει και για την υπερημερία που επήλθε, αν είναι ανώτερος από τον τόκο υπερημερίας.
Εξακολουθούν να ισχύουν οι ειδικές διατάξεις που κανονίζουν διαφορετικά το ποσοστό ή την έναρξη του τόκου ως προς τις οφειλές ή τις απαιτήσεις του δημοσίου, των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Άρθρο 110
Πιστωτικά καταστήματα, που χορηγούν δάνεια με κεφάλαια που προέρχονται από έντοκα ομολογιακά δάνεια, επιτρέπεται να συνομολογούν προκαταβολικά, για τα δάνεια που χορηγούν, ότι οι τόκοι γίνονται αυτοδικαίως τοκοφόροι, ύστερα από εξάμηνη καθυστέρηση.
Άρθρο 111
Οι έμποροι έχουν δικαίωμα για τις μεταξύ τους απαιτήσεις, από εμπορική και για τους δύο αιτία, να αξιώσουν τόκο από την ημέρα που το χρέος έγινε απαιτητό. Με τη διάταξη αυτή δεν μπορούν να ζητηθούν και τόκοι τόκων.
Για απαίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να συμφωνηθούν ή να απαιτηθούν με αγωγή τόκοι σε οφειλή τόκων ενός τουλάχιστον εξαμήνου.
Άρθρο 112
Αν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός μεταξύ προσώπων το ένα τουλάχιστον από τα οποία είναι έμπορος, από την ημέρα που ο λογαριασμός αυτός έκλεισε, το κατάλοιπο είναι αυτοδικαίως τοκοφόρο, έστω κι αν ο λογαριασμός περιέχει κονδύλια από τόκο που οφείλεται για διάστημα μικρότερο από ένα έτος.
Ο αλληλόχρεος λογαριασμός κλείνει περιοδικά κάθε εξάμηνο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όχι όμως και σε διαστήματα μικρότερα από ένα τρίμηνο. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία του, να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως.
Άρθρο 113
Αγρομίσθωση για την καλλιέργεια καπνού μπορεί να συμφωνηθεί και για μια μόνο καλλιεργητική περίοδο.
Άρθρο 114
Η ισχύς του νόμου ΓπΝ' της 4/5 Δεκεμβρίου 1911 <<περί της εκ των αυτοκινήτων ευθύνης>>, όπως τροποποιήθηκε από νεότερους νόμους, επεκτείνεται σε όλο το Κράτος.
Άρθρο 115
Τα άρθρα 653 έως 659 του Εμπορικού Νόμου αντικαθίστανται ως εξής:
<<Με την επιφύλαξη της διάταξης της τρίτης παραγράφου του άρθρου 1398 του Αστικού Κώδικα, όταν πτωχεύει ο ένας από τους συζύγους, κάθε περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε από τον άλλο, ύστερα από την τέλεση του γάμου και μέσα στα δύο τελευταία χρόνια πριν από την παύση των πληρωμών τεκμαίρεται υπέρ της ομάδας των δανειστών ότι ανήκει στο σύζυγο που πτώχευσε, εκτός αν αποδειχθεί ότι η απόκτησή του από τον άλλο σύζυγο δεν έγινε με χρήματα ή με άλλα μέσα αυτού που πτώχευσε ούτε προέρχεται από δωρεά του τελευταίου.
Η διάταξη αυτού του άρθρου έχει εφαρμογή στις πτωχεύσεις που κηρύσσονται ύστερα από την ισχύ αυτού του νόμου ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης του γάμου>>.
[Αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του ν. 1329/1983.]
Άρθρο 116
Η κατά το άρθρο 23 του νόμου 2430 της 29 Ιουνίου / 14 Ιουλίου 1920 <<περί ληξιαρχικών πράξεων>> συντασσόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, εκτός από όσα στοιχεία ορίζονται σ' αυτήν, πρέπει να περιέχει, με το όνομα και την ηλικία, τα τυχόν ορφανά ανήλικα τέκνα που άφησε το πρόσωπο που πέθανε.
Άρθρο 117
Σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό του νόμου 5638 της 31 Αυγούστου / 7 Σεπτεμβρίου 1932 <<περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν>> η κατάθεση, αν μ' αυτήν πραγματοποιήθηκε δωρεά, κρίνεται ως προς το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για κληρονομία καταθέτη που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Άρθρο 118
Το δημόσιο θεωρείται πάντα κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να έχει συντάξει υποχρέωση να κάνει σχετική δήλωση ή να συντάξει απογραφή, και δεν υπόκειται σε έκπτωση από το ευεργέτημα αυτό.
Τη βεβαίωση του άρθρου 1868 του Αστικού Κώδικα ζητεί ο Υπουργός των Οικονομικών μέσω του οικονομικού εφόρου, και εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 8 έως 24, 26, 27, 30 έως 34 και 140 έως 141 του αναγκαστικού νόμου 2039 της 24 Οκτωβρίου 1939.
Με διάταγμα, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, θα κανονιστούν τα σχετικά με τη διοικητική εποπτεία στους κηδεμόνες σχολαζουσών κληρονομιών, οι λεπτομέρειες της διαχείρισης και ο τρόπος της εκκαθάρισής τους, καθώς και τα σχετικά με την αμοιβή των κηδεμόνων αυτών.
Άρθρο 119
Περιουσία που τάχθηκε για κοινωφελή σκοπό, με δωρεά μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ή με διάταξη τελευταίας βούλησης προσώπου που πέθανε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, αποκτά νομική προσωπικότητα ως αυτοτελές ίδρυμα, κατά την έννοια του άρθρου 95 του Α.Ν. 2039/1939, μόνο με διάταγμα και κατά τους όρους των διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Εωσότου εκδοθεί τέτοιο διάταγμα η εκκαθάριση και η διαχείριση της περιουσίας γίνεται κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Άρθρο 120
Δικαστήριο της κληρονομίας, με την έννοια των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, θεωρείται το δικαστήριο του τόπου της τελευταίας κατοικίας του κληρονομουμένου, και αν δεν αποδεικνύεται η κατοικία, της τελευταίας διαμονής του, και αν ούτε διαμονή στην Ελλάδα αποδεικνύεται, το δικαστήριο της πρωτεύουσας του Κράτους.
Άρθρο 121
Στις περιπτώσεις των άρθρων 42, 46, 79, 105, 111, 1350 παρ. 2, 1352 εδ. β', 1441, 1522, 1525, 1526, 1576, 1600 παρ. 2, 1614, 1629, 1630, 1633, 1636, 1639, 1641, 1647, 1648, 1653, 1655, 1697, 1708 παρ. 2, 1865, 1866, 1868, 1908, 1913, 1917 παρ. 2, 1919, 1920, 1956, 1965, 2021, 2024, 2027, 2028, 2031 του αστικού κώδικα καθώς και στις περιπτώσεις διορισμού ή παύσης επιτρόπου, παρεπιτρόπου, ειδικού ή προσωρινού επιτρόπου ή απαγόρευσης εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας του κώδικα πολιτικής δικονομίας.
[Αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του ν. 1329/1983.]
Άρθρο 122
Το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 1 ΕισΝΚΠολΔ.
Άρθρο 123
Το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 1 ΕισΝΚΠολΔ.
Άρθρο 124
Το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 1 ΕισΝΚΠολΔ.


Άρθρο 125
Το άρθρο αυτό καταργήθηκε με το άρθρο 1 ΕισΝΚΠολΔ.
Άρθρο 126
Καταργήθηκε με το άρθρο 53 ΕισΝΚΠολΔ.
Άρθρο 127
Καταργήθηκε με το άρθρο 53 ΕισΚΠολΔ.
ΑΚΡΟΤΕΛΕΥΤΙΟ ΑΡΘΡΟ
(Η ισχύς του Αστικού Κώδικα αναστάλθηκε και τελικά άρχισε αναδρομικά από 23/2/1946 σύμφωνα με το ν.δ.7/10 Μαΐου 1946).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου